Το Σπήλαιο των Λιμνών στα Καστριά βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 800 μ., σχεδόν 18 χλμ. νότια των Καλαβρύτων και 100 χλμ. νοτιοανατολικά της Πάτρας, επί του επαρχιακού δρόμου Καλαβρύτων-Κλειτορίας. Το συνολικό μήκος του φτάνει περίπου τα 2 χλμ. και το απώτερο εσωτερικό του διαμορφώνεται σε κλιμακωτά επίπεδα με εντυπωσιακές διαδοχικές λίμνες από τις οποίες πήρε και την ονομασία του.

Η θέση του στα πρανή της κοιλάδας, που διατρέχει από τα δυτικά τον ορεινό όγκο του Χελμού, και η ευρύχωρη διαμόρφωση της φυσικής εισόδου του πρέπει να δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την διαρκή προτίμησή του από τις προϊστορικές κοινότητες κατά τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού. Τα ευρήματα αποκάλυψε η ανασκαφική έρευνα που διεξήγαγε στις αρχές της δεκαετίας του ?90 η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας υπό του Α. Σάμψων, σε συνέχεια παλαιότερων επιφανειακών ερευνών της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων.

Από τις εν λόγω έρευνες προκύπτει ότι η εντατικότερη χρήση του σπηλαίου λαμβάνει χώρα κατά την Τελική Νεολιθική (τέλος 5ης χιλιετίας π.Χ.). Η εγκατάσταση εκτεινόταν τόσο στο εσωτερικό της φυσικής εισόδου, όταν αυτό δεν πλημμύριζε, όσο και στον άμεσο εξωτερικό χώρο της και στα εκατέρωθεν πρανή. Κρίνοντας από το ορεινό υψόμετρο, είναι πιθανό ότι οι Νεολιθικοί πληθυσμοί αποτελούνταν από κτηνοτρόφους που μετακινούνταν στο σπήλαιο με τα κοπάδια τους από πεδινά μέρη της Πελοποννήσου κατά τους θερινούς μήνες. Ο εξοπλισμός τους αποτελούνταν από χειροποίητα χονδροειδή κεραμικά σκεύη, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν τμήματα από αποθηκευτικά δοχεία με ανάγλυφα κοσμήματα και από ρηχά αγγεία με πολύ επιφανειακές εγχαράξεις. Δίπλα στον φυσικό βράχο, που ορίζει την μία πλευρά της εισόδου του σπηλαίου, βρέθηκε λιθοπερίβλητη ανθρώπινη ταφή της ίδιας περιόδου.

Κατά την Πρώιμη, Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού (3η και 2η χιλιετία π.Χ.) εντείνεται σταδιακά η ταφική χρήση του σπηλαίου, παρότι κατά περιόδους διατηρείται και η οικιακή. Στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. ειδικότερα δημιουργήθηκε οστεοφυλάκειο από ανθρώπινα κρανία και μακρά οστά ακριβώς στο στόμιό του. Έκτοτε το σπήλαιο εγκαταλείπεται, με μόνη εξαίρεση την πολύ αραιή παρουσία εξαρτημάτων οικιακής χρήσης κατά την Ελληνιστική περίοδο. Ωστόσο φαίνεται ότι αποκτά μυθολογική σημασία, εάν θεωρήσουμε πιθανή την ταύτισή του με σπήλαιο στα «Αροάνια όρη» (αρχαία ονομασία του Χελμού), όπου αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας (Αρκαδικά Β, 18, 7) ότι κατέφυγαν οι μυθικές Προιτίδες, θυγατέρες του βασιλιά της Τίρυνθας Προίτου, όταν τιμωρήθηκαν με «μανία» (τρέλα) για ασέβεια προς τους θεούς.

Ο χώρος της φυσικής εισόδου του σπηλαίου δεν αποτελεί οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο. Μέρος της λιμναίας διαδρομής του είναι επισκέψιμο για το κοινό μέσω τεχνητής εισόδου. Επιπλέον το σπήλαιο έχει ενταχθεί στο Γεωπάρκο Χελμού-Βουραϊκού, που αποτελεί μέλος του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου δικτύου γεωπάρκων.

Μετάβαση στο περιεχόμενο